ΓΙΑ ΝΑ ΕΝΗΜΕΡΩΘΕΙΤΕ ΟΤΑΝ ΥΠΑΡΞΕΙ ΝΕΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ,ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ E-MAIL ΣΑΣ ΚΑΙ ΠΑΤΗΣΤΕ SUBMIT

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 14, 2013

Ναι,θα έφευγα.



Nαι, θα έφευγα.
Όχι επειδή υπάρχει κρίση.
Όχι επειδή οι δουλειές είναι δύσκολες.
Όχι επειδή με ζορίζει το δάνειο.
Όχι γιατί δυσκολεύονται τα παιδιά μου.
Αλλά επειδή ζω σε μια χώρα που οι συμπατριώτες μου μάλλον δεν αγαπούν τελικά, μιας και αγάπη χωρίς σεβασμό δεν υπάρχει. Δεν αναφέρομαι στους φοροφυγάδες, τους επαγγελματίες συνδικαλιστές,ή τα πάσης φύσεως λαμόγια.
 Μιλώ για μια πολύ μεγαλύτερη, φοβάμαι, μάζα. Που κοιτάζει αποκλειστικά και μόνο την πάρτη της, τον παρά της, τον κύκλο της, το σπίτι της, αδιαφορώντας παντελώς για ό τι κοινό. Που δεν τηρεί κανέναν κανόνα - ούτε κάν τους στοιχειώδεις της καλής συμπεριφοράς - και δεν έχει και κανέναν σκοπό να τους τηρήσει ποτέ. Που περιμένει πάντα από κάποιον άλλον, κάποιον αόριστο τρίτο - συνήθως αυτός λέγεται κράτος όταν δεν λέγεται μαλάκας - να κάνει τα πάντα για λογαριασμό του: απ'το να του βάλει καλό βαθμό στο σχολείο δίχως να έχει κάνει την εργασία του,μέχρι να του δώσει απολυτήριο και ας μην ξέρει σε τι θα του χρησιμεύσει , απ'το να του βρει δουλειά μέχρι να του καθαρίσει τα σκαλιά όταν χιονίσει.Είναι κακόγουστος, κακότροπος και κακόπιστος. Δεν λέει καλημέρα, παρακαλώ κι ευχαριστώ. Πετάει το σκουπίδι του στον δρόμο. Καπνίζει στο εστιατόριο γιατί έτσι γουστάρει. Αγνοεί επιδεικτικά την ουρά στα τυριά κι αν του το υπενθυμίσει κανείς ενοχλείται μεγαλοφώνως. Βγάζει τον σκύλο βόλτα - αν τον βγάλει - και δεν διανοείται να μαζέψει τα κουραδάκια του. Το μπαλκόνι του είναι η αποθήκη του και στα παλιά του τα παπούτσια αν εσύ πίνεις καφέ με θέα τη σκεβρωμένη σιδερένια ντουλάπα και δυο σφουγγαρίστρες. Κτίζει τριώροφο και σε κάθε βεράντα βάζει άλλα κάγκελα - λες και τα πήρε ρετάλια από καλάθι. Ακούει πως κάτι καλό έγινε κι αντί να χαρεί, ψάχνει να βρει τον λάκκο στη φάβα.
Δεν τον θέλω πια στην καθημερινότητά μου. Έχει καταστρέψει την πατρίδα μου. Είναι μίζερος και κινδυνεύω να με πάρει μπάλα η μιζέρια του.

Ναι, λοιπόν.
 Αν ήμουν δεκαοκτώ, εικοσιοκτώ, τριανταοκτώ, θα ήμουν κολλημένος σ'ενα PC και θα έψαχνα τα job opportunities ανά τον κόσμο. Θα έφευγα όχι για μια καλύτερη δουλειά, όχι για περισσότερα λεφτά, αλλά για να ξαναβρώ την ποιότητα της καθημερινότητάς μου.
Τις αξίες της οργανωμένης κοινωνίας που θα ήθελα να μάθουν τα παιδιά μου-της δικαιοσύνης στην βαθμολογία τους, της συλλογικής εργασίας, της κοινωνικής προσφοράς, του εθελοντισμού.
Τη χαρά του να κυκλοφορώ ελεύθερα στο δρόμο, να παίρνω το λεωφορείο όποτε θέλω και να μου λέει καλημέρα η ταμίας στο σουπερμάρκετ.
 Κι ας ήταν γκρίζος ο ουρανός κι ας μην είχε θάλασσα. 
Το τίμημα που πληρώνουμε γι'αυτόν τον γαλανό ουρανό είναι τεράστιο.
Δεν είμαι ούτε δεκαοκτώ, ούτε εικοσιοκτώ, ούτε τριανταοκτώ. Αλλά κοιτάζω πού και πού, λάγνα, τις αγγελίες στο guardianjobs και δεν δυσκολεύομαι καθόλου να με δω να φεύγω.


*Βασισμένο σε σχόλιο (?) σε blog απο την Αλκηστη Πρωτοψάλτη 06/2011